Όπως εξήγησε, όλα ξεκίνησαν όταν εντόπισε ένα κατάστημα σε πολύ κακή κατάσταση στην Κηφισιά. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο ουσιαστικά για ένα ερείπιο, αποφάσισε να επενδύσει σε αυτό, να το ανακαινίσει πλήρως και να το μετατρέψει σε έναν χώρο που θα αποτελούσε το επαγγελματικό της όνειρο και μεγάλο κομμάτι της ζωής της. Για μήνες εργάστηκε σκληρά, επένδυσε χρόνο, χρήμα και προσωπική ενέργεια, πιστεύοντας πως όλα κυλούσαν ομαλά και χωρίς προβλήματα.

Η κατάσταση, όμως, ανατράπηκε ξαφνικά στις 17 Ιουνίου 2025, όταν –όπως περιέγραψε– εμφανίστηκε κλητήρας στο κατάστημα και της γνωστοποίησε ότι προχωρούν σε κατάσχεση του ακινήτου, πλειστηριασμό, αλλά και κατάσχεση του εμπορεύματός της. Παράλληλα, της επιβλήθηκε η υποχρέωση να καταβάλει ενοίκια τριών ετών, παρότι, όπως τόνισε με έμφαση, τα ενοίκια τα κατέβαλλε κανονικά και χωρίς καμία καθυστέρηση.
Το σοκ της κορυφώθηκε όταν δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από μια γυναίκα, η οποία –σύμφωνα με τα λεγόμενά της– της μίλησε με απαξιωτικό και προσβλητικό τρόπο, σαν να μην άξιζε κανέναν σεβασμό. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, μόνο τη μητέρα της δεν έβρισε. Η άγνωστη γυναίκα την απείλησε ότι θα προχωρήσουν σε κατασχέσεις και πως θα της πάρουν τα πάντα αν δεν πληρώσει άμεσα τα υποτιθέμενα οφειλόμενα ενοίκια. Η Δήμητρα περιέγραψε ότι βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση και σοκ, μη μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, ζητώντας εξηγήσεις και δηλώνοντας πως θα προχωρήσει ακόμη και σε άρση απορρήτου για να διαλευκανθεί η υπόθεση.
Αμέσως μετά, επικοινώνησε σε πανικό με τον δικηγόρο της, Αλέξανδρο Λυκούδη, ζητώντας καθοδήγηση και νομική υποστήριξη. Παράλληλα, παρουσίασε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αποδείξεις στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν είχε εξαπατήσει κανέναν και ότι ήταν συνεπής σε όλες τις οικονομικές της υποχρεώσεις.

Στη συνέχεια, η ίδια δεν έκρυψε την αγανάκτησή της, θέτοντας ερωτήματα που μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητα. Αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν ένα ακίνητο να βρίσκεται, υποτίθεται, σε καθεστώς κατάσχεσης για τρία χρόνια χωρίς να έχει ενημερωθεί ποτέ, αλλά και χωρίς να βρεθεί έστω ένας άνθρωπος να της πει τι συμβαίνει. Όπως είπε με έντονη συναισθηματική φόρτιση, το συγκεκριμένο κατάστημα αποτελεί όλη της τη ζωή και μια τεράστια επένδυση, τόσο οικονομική όσο και ψυχική.
Παρότι, όπως αποκάλυψε, τελικά της ζητήθηκαν συγγνώμες και διαβεβαιώθηκε ότι δεν πρόκειται να τη διώξουν από τον χώρο, η πληγή παραμένει ανοιχτή. Η ίδια αισθάνεται ότι διασύρθηκε άδικα και βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κατάσταση που την εξάντλησε ψυχικά, αφήνοντάς της ένα αίσθημα ανασφάλειας και οργής για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε.