Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν ήταν μόνο μια σπουδαία κωμικός· ήταν ένας άνθρωπος ανήσυχος, παρορμητικός, γεμάτος ζωή και με μια αδιάκοπη ανάγκη για αλλαγή. Η στασιμότητα την έκανε να αισθάνεται περιορισμένη και σχεδόν ανήμπορη. Το να παραμένει στο ίδιο σπίτι για πολλά χρόνια της φαινόταν ανυπόφορο. Κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια ένιωθε έντονη την επιθυμία να αλλάζει γειτονιά, δρόμους, εικόνες, να ανακαλύπτει νέους τόπους και να ξεκινά ξανά, δημιουργώντας νέες συνήθειες. Ωστόσο, μια συγκεκριμένη μετακόμιση ή μάλλον μια απόφαση που δεν πρόλαβε καν να ολοκληρωθεί έμεινε για πάντα στην ιστορία της ζωής της.
Το μεγάλο της όνειρο ήταν να χτίσει ένα επιβλητικό σπίτι στην Κηφισιά, ένα καταφύγιο μέσα στην πόλη που θα θύμιζε εξοχή. Το φανταζόταν με μεγάλο οικόπεδο, πλούσιο κήπο, άνετους και πολυτελείς χώρους, γεμάτο φως. Το σχέδιο περιλάμβανε ακόμα και την απόκτηση ζώων – σκύλων και γατιών – ώστε να ολοκληρωθεί η εικόνα ενός ζωντανού, χαρούμενου περιβάλλοντος. Στην αντίληψή της, το σπίτι δεν ήταν απλώς μια κατοικία· ήταν ένας τρόπος ζωής, μια προέκταση της ίδιας. Ο σύζυγός της δεν συμμεριζόταν την ίδια ενθουσιώδη προσέγγιση. Με πιο προσγειωμένη και λογική οπτική, αμφισβητούσε την αναγκαιότητα ενός τόσο μεγάλου σπιτιού για δύο άτομα, προσπαθώντας να φέρει τα σχέδια στα μέτρα της πραγματικότητας. Ωστόσο, όταν η Βλαχοπούλου είχε κάτι στο μυαλό της, δεν υπήρχε επιστροφή.

Το σπίτι χτίστηκε τελικά με κάθε δυνατή πολυτέλεια, αντανακλώντας την προσωπικότητά της: γενναιόδωρο, φωτεινό, θεατρικό. Μια παράξενη σύμπτωση έκανε τη διαδικασία ακόμη πιο κινηματογραφική – απέναντι από το οικόπεδό τους, ένα άλλο ζευγάρι έχτιζε ταυτόχρονα το δικό του σπίτι. Οι εργασίες προχωρούσαν παράλληλα, σαν να υπήρχε αόρατος συγχρονισμός. Το γεγονός αυτό η Βλαχοπούλου το περιέγραφε με το γνωστό χιούμορ της, σημειώνοντας πόσο διασκεδαστικό ήταν να βλέπει τους τοίχους, τα κεραμίδια και τις λεπτομέρειες να προχωρούν ταυτόχρονα.
Όταν το σπίτι ολοκληρώθηκε, συνέβη κάτι που άλλαξε τα πάντα. Η Ρένα παρατήρησε ότι η γυναίκα που έμενε απέναντι φορούσε μαύρα και έκλαιγε σπαρακτικά. Σύντομα πληροφορήθηκε ότι ο σύζυγός της είχε πεθάνει. Η ηθοποιός ένιωσε αμέσως μια σκοτεινή ανησυχία. Το γεγονός δεν της φάνηκε απλή σύμπτωση. Το ένστικτό της, μαζί με την τάση της στη δεισιδαιμονία, χτύπησαν συναγερμό. Η σκέψη ότι κάτι κακό μπορεί να συνέβαινε και σε εκείνη, μόνο και μόνο επειδή συνέβη σε κάποιον απέναντι, ρίζωσε μέσα της με τρομακτική ταχύτητα. Παρά τις προσπάθειες του συζύγου της να την ηρεμήσει, η απόφαση της Βλαχοπούλου ήταν αμετάκλητη. Όταν κάτι της μπαίνει στο μυαλό, έπρεπε να γίνει, αλλιώς δεν ηρεμούσε.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι που μόλις είχε χτίσει. Η «γρουσουζιά» ήταν αρκετή για να σβήσει το όνειρο της Κηφισιάς μέσα σε λίγες μέρες. Το σπίτι πέρασε τελικά σε άλλα χέρια, μεταφέροντας μαζί του την ιστορία ενός σπιτιού που σχεδιάστηκε με όλη τη φαντασία και τον ενθουσιασμό της Βλαχοπούλου αλλά εγκαταλείφθηκε λόγω μιας απρόσμενης συγκυρίας.
Έτσι, μια παρορμητική απόφαση της μεγάλης ηθοποιού μετατράπηκε σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ανθρώπινες ιστορίες της ζωής της, συνδυάζοντας το γέλιο, τη δεισιδαιμονία και την αφοπλιστική της ειλικρίνεια. Η ιστορία αυτή αποτυπώνει τέλεια την προσωπικότητα της Βλαχοπούλου, μια γυναίκα που ζούσε με ένταση, πάθος και την ακαταμάχητη ανάγκη για αλλαγή.