Η Ελλάδα θρηνεί την απώλεια μιας από τις σπουδαιότερες μορφές του πνεύματος και της ακαδημαϊκής ζωής, την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία έφυγε σε ηλικία 100 ετών, αφήνοντας πίσω της ένα ανεκτίμητο έργο που σημάδεψε τον κόσμο της Ιστορίας και της εκπαίδευσης. Η ζωή της υπήρξε παράδειγμα αφοσίωσης στη γνώση, στη δημοκρατία, στην ελευθερία και στην επικοινωνία της σοφίας με τις επόμενες γενιές. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γεννήθηκε το 1926 στον Βύρωνα, σε μία οικογένεια προσφύγων από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας, που είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Ήταν το έκτο παιδί της οικογένειας και από πολύ νωρίς έμαθε να διαβάζει και να γράφει, παρακολουθώντας τα μεγαλύτερα αδέλφια της, δείχνοντας από μικρή ηλικία την έμφυτη περιέργεια και την αγάπη για τη μάθηση.
Στο βιογραφικό της βιβλίο «600 μολύβια και 10 ποιήματα», η ίδια σημειώνει με αναστοχαστική διάθεση τη σημασία του περιβάλλοντος και της ιστορίας: η διεύθυνση που γεννήθηκε άλλαζε ονόματα ανάλογα με τα πολιτικά καθεστώτα, κάτι που για εκείνη αποτέλεσε τη σύμπτυξη της ιστορικής μοίρας των λαών. Στη νεανική της ηλικία, κατά την Κατοχή, συμμετείχε στην αντίσταση, μια εμπειρία που διαμόρφωσε τη στάση της απέναντι στη ζωή και την πειθαρχία, όπως η ίδια έχει αναφέρει.

Το 1945 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Αρχαιολογίας, ενώ το 1953 μετέβη στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της, εξειδικεύοντας στη μελέτη του κόσμου της χριστιανικής Ανατολής και ειδικότερα του Βυζαντίου, της κοινωνίας και του κράτους του. Εκεί γνώρισε και τον σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ, τον οποίο περιέγραφε ως τον πιο σημαντικό άνθρωπο στη ζωή της. Κατά την παραμονή της στη Γαλλία, συναναστράφηκε με προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Σαρτρ, η Μποβουάρ και ο Αραγκόν, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις και τις εμπειρίες της, και το 1964 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Το Βυζάντιο και η θάλασσα».
Το 1967 η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και το 1976 αναγορεύτηκε πρύτανης της ίδιας σχολής, θέτοντας νέα πρότυπα σε ένα θεσμικό περιβάλλον με εκατοντάδες χρόνια παράδοσης. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Παρισιού και του Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού Ζορζ Πομπιντού-Μπομπούρ, διαμορφώνοντας τη θέση της ως κορυφαία επιστήμονας με διεθνή αναγνώριση.
Τα έργα της είναι πολυσχιδή και περιλαμβάνουν τις «Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 9ο και 10ο αιώνα», «Μελέτες για τη διοικητική και κοινωνική διάρθρωση του Βυζαντίου», «Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη», «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», «Βυζαντινή Γεωγραφία», «Ιστορική γεωγραφία του μεσογειακού κόσμου», «Γιατί το Βυζάντιο» και «Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί είναι οι Νεοέλληνες;». Η προσφορά της στην επιστήμη και την παιδεία την κατέστησε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμη πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, ενώ αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είχε διαρκή επιθυμία να επικοινωνεί με τα νέα παιδιά, να τα εμπνέει και να τα προτρέπει να κρατούν «τα πόδια τους στέρεα στη γη και τα μάτια τους στον ουρανό», μεταφέροντας τις αξίες της ελευθερίας, της γνώσης και της αυθεντικότητας. Όπως είχε δηλώσει η ίδια, όλα όσα πέτυχε στη ζωή της τα κατάφερε γιατί δεν γνώριζε ότι ήταν αδύνατα. Η Ιστορία για εκείνη δεν ήταν απλώς επάγγελμα, αλλά βίωμα, τρόπος ζωής και συνεχής αναζήτηση της αλήθειας.
Η ζωή και το έργο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ αποτελούν φωτεινό παράδειγμα για όσους επιθυμούν να υπηρετήσουν τη γνώση, την ελευθερία και την αυθεντικότητα, και η πορεία της παραμένει οδηγός για τις μελλοντικές γενιές. Με το έργο της, τις σπουδές της, την αφοσίωση και την αγάπη της για την Ιστορία, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ θα συνεχίσει να εμπνέει και να διδάσκει, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».