Υπάρχουν γυναίκες που απλώς ακολουθούν τη μόδα και υπάρχουν γυναίκες που δημιουργούν μια εικόνα τόσο δυνατή ώστε η μόδα να προσπαθεί να τις μιμηθεί. Η Μελίνα Μερκούρη ανήκε χωρίς αμφιβολία στη δεύτερη κατηγορία. Πολύ πριν ο όρος Greek Chic ακουστεί σε πασαρέλες και περιοδικά, εκείνη είχε ήδη δώσει το δικό της, μοναδικό παράδειγμα για το τι σημαίνει αυθεντική ελληνική κομψότητα.
Με τα ξανθά, σχεδόν ατημέλητα μαλλιά της, το έντονο μαύρο eyeliner, τα εφαρμοστά φορέματα και τα μεγάλα χρυσά κοσμήματα, δημιούργησε μια εικόνα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν κυνηγούσε τις τάσεις. Αντίθετα, η ίδια η παρουσία της είχε τη δύναμη να κάνει τις τάσεις να την ακολουθούν. Στις δημόσιες εμφανίσεις της επέλεγε συχνά λιτές γραμμές: φορέματα με βαθύ ντεκολτέ, αρχαιοελληνικά στοιχεία, έντονες χρυσές λεπτομέρειες και μαλλιά χαλαρά χτενισμένα. Η απλότητα γινόταν ξαφνικά εντυπωσιακή.

Η ίδια είχε εξηγήσει κάποτε με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο τη φιλοσοφία της: δεν την ενδιέφερε να θυμούνται το ρούχο, αλλά εκείνη. Και πράγματι, το στιλ της δεν περιοριζόταν σε μια γκαρνταρόμπα. Ήταν στάση ζωής.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τα κοσμήματα εμπνευσμένα από την αρχαία Ελλάδα — κρίκους, σκουλαρίκια και βραχιόλια που έδιναν στις εμφανίσεις της μια αίσθηση διαχρονικότητας. Στην καθημερινότητά της αλλά και στις φωτογραφίσεις, μπορούσε να φορέσει από κομψά φορέματα υψηλής ραπτικής μέχρι τζιν και καρό πουκάμισο δεμένο στη μέση, αποδεικνύοντας ότι η προσωπικότητα είναι αυτή που δίνει ζωή στα ρούχα.
Στον κινηματογράφο, η εικόνα της έγινε εξίσου εμβληματική. Το 1955 μεταμορφώθηκε στη «Στέλλα», έναν χαρακτήρα που συμβόλιζε τη δυναμική και ανυπότακτη γυναίκα. Αργότερα, στο «Ποτέ την Κυριακή», ως Ίλια, κατέκτησε το παγκόσμιο κοινό με μια παρουσία γεμάτη πάθος και αυθορμητισμό. Ξυπόλητη, με απλά φορέματα, έντονο βλέμμα και φυσική αυτοπεποίθηση, έγινε μια φιγούρα που δεν μπορούσε κανείς να αγνοήσει.
Στη «Φαίδρα» εμφανίστηκε με εντελώς διαφορετικό ύφος: πολυτελή κοσμήματα, μεγάλα γυαλιά ηλίου, τουρμπάν και δημιουργίες υψηλής ραπτικής, ανάμεσά τους και εντυπωσιακά σχέδια του Dior. Ακόμη και τότε όμως, η κομψότητά της παρέμενε αυθεντική, με μια έντονη μεσογειακή αύρα.
Οι εμφανίσεις της σε διεθνή φεστιβάλ και πρεμιέρες έμεναν πάντα αξέχαστες. Στις Κάννες το 1955 τράβηξε τα βλέμματα με ένα λαμπερό φόρεμα και μακριά κάπα. Παρότι δεν κέρδισε το βραβείο για τη «Στέλλα», η αντίδρασή της έδειξε τον χαρακτήρα της: γεμάτη ζωντάνια, σήκωσε τον Μιχάλη Κακογιάννη για να χορέψουν στη δεξίωση, θέλοντας απλώς να δείξει ότι η χαρά της στιγμής είχε μεγαλύτερη σημασία.

Η εικόνα της, όμως, δεν περιορίστηκε μόνο στη λάμψη του κινηματογράφου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ταξίδευε σε όλη την Ευρώπη συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, μιλώντας δημόσια εναντίον του καθεστώτος. Με σκούρα παλτό, μεγάλα κασκόλ και γυαλιά ηλίου, παρέμενε αναγνωρίσιμη και δυναμική, χρησιμοποιώντας τη φωνή της για να υπερασπιστεί τη χώρα της.
Όταν της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια, απάντησε με λόγια που έμειναν στην ιστορία: γεννήθηκε Ελληνίδα και θα πεθάνει Ελληνίδα. Η στιγμή εκείνη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον συμβολισμό της παρουσίας της.
Αργότερα, ως Υπουργός Πολιτισμού από το 1981, συνέχισε να εμφανίζεται με την ίδια χαρακτηριστική απλότητα: μίντι φούστες, μεταξωτά πουκάμισα, σακάκια με ανδρόγυνη γραμμή και τα αγαπημένα της χρυσά σκουλαρίκια. Παράλληλα ξεκίνησε τον μεγάλο αγώνα για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, μετατρέποντας την προσωπική της εικόνα σε πολιτιστική δήλωση.
Η Μελίνα Μερκούρη έφυγε από τη ζωή στις 6 Μαρτίου 1994. Ωστόσο, η μορφή της παραμένει ζωντανή. Γιατί πριν ακόμη η μόδα μιλήσει για Greek Chic, εκείνη είχε ήδη αποδείξει τι σημαίνει: ένα απλό φόρεμα, χρυσά κοσμήματα, φυσικά μαλλιά και μια προσωπικότητα αρκετά ισχυρή ώστε να κάνει την απλότητα να μοιάζει αληθινά εμβληματική.