Ο Οδυσσέας Σταμούλης, ο αγαπημένος ηθοποιός που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπος με το πιο σκληρό πρόσωπο της μοίρας, αποφάσισε να ανοίξει την καρδιά του και να μιλήσει για τον αδιανόητο πόνο που τον στοιχειώνει. Η απώλεια του γιου του, ενός παιδιού που έφυγε τόσο πρόωρα και άδικα, έχει αφήσει ένα κενό που καμία λέξη και κανένας χρόνος δεν μπορεί να επουλώσει. Σε μια συνέντευξη που κόβει την ανάσα, ο ηθοποιός παραδέχεται πως όσα έχουν συμβεί στη ζωή του ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη κατανόηση, αφήνοντάς τον να παλεύει με σκιές σε έναν κόσμο που μοιάζει πλέον ξένος.

Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου, εξομολογείται ο Οδυσσέας Σταμούλης, και η φωνή του κουβαλά το βάρος μιας τραγωδίας που κανένας γονιός δεν θα έπρεπε να γνωρίσει. Η ζωή του χωρίστηκε βίαια στο πριν και το μετά, με το παρόν να μοιάζει με μια ατέρμονη ανηφόρα μέσα σε ένα τοπίο απόλυτης θλίψης. Ο ηθοποιός περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο την αίσθηση του να ξυπνάς κάθε μέρα και να συνειδητοποιείς ξανά από την αρχή ότι το παιδί σου δεν είναι πια εκεί. Είναι μια δοκιμασία που, όπως λέει και ο ίδιος, δεν χωράει στο μυαλό του, καθώς η λογική σταματά εκεί που ξεκινά ο θρήνος.
Η ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της εξομολόγησής του ήταν ηλεκτρισμένη, με τον ηθοποιό να αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν έχουν λύση. Γιατί σε μένα; Γιατί τώρα; Αυτές οι σκέψεις τον βασανίζουν τις νύχτες, όταν η σιωπή του σπιτιού γίνεται εκκωφαντική. Ο Οδυσσέας Σταμούλης δεν κρύβει ότι υπήρξαν στιγμές που ένιωσε να λυγίζει, να χάνει την πίστη του σε όλα όσα θεωρούσε δεδομένα. Το γεγονός ότι συνεχίζει να εργάζεται και να ανεβαίνει στη σκηνή αποτελεί μια πράξη ηρωισμού, μια προσπάθεια να κρατηθεί από τη μοναδική διέξοδο που του έχει απομείνει, ακόμα κι αν η ψυχή του παραμένει εγκλωβισμένη εκείνη την τραγική ημέρα.

Μεγαλώνοντας και βιώνοντας αυτή την απώλεια, ο ηθοποιός βλέπει πλέον τον κόσμο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Οι ασήμαντες καθημερινές έγνοιες έχουν εξαφανιστεί, δίνοντας τη θέση τους σε μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Η κοινωνία συχνά προσπαθεί να προσφέρει παρηγοριά, όμως ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο ενός πατέρα που έχασε τον γιο του. Είναι μια πληγή ανοιχτή, που αιμορραγεί κάθε φορά που αντικρίζει μια παλιά φωτογραφία ή μια γωνιά του σπιτιού γεμάτη αναμνήσεις.
Η δύναμη που επιστρατεύει για να μιλήσει δημόσια για αυτό το θέμα είναι αξιοθαύμαστη. Ο Οδυσσέας Σταμούλης γίνεται η φωνή όλων εκείνων που βιώνουν το ανείπωτο, υπενθυμίζοντας πως η ζωή μπορεί να γίνει απρόβλεπτα σκληρή. Η παραδοχή του ότι όσα του συνέβησαν είναι πέρα από τη δική του κατανόηση, αντικατοπτρίζει την απόγνωση ενός ανθρώπου που παλεύει να βρει νόημα μέσα στο απόλυτο παράλογο της απώλειας. Το κοινό παρακολουθεί με σεβασμό και δέος αυτόν τον άνδρα, που παρά το δυσβάσταχτο φορτίο του, βρίσκει το κουράγιο να μοιραστεί το σκοτάδι του, ελπίζοντας ίσως σε μια χαραμάδα φωτός που αργεί να φανεί.