Τρία χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη νύχτα που σημάδεψε ανεξίτηλα τη χώρα. Τρία χρόνια από τη στιγμή που 57 άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή στο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, αφήνοντας πίσω οικογένειες διαλυμένες, όνειρα που δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν και μια κοινωνία που ακόμα αναζητά απαντήσεις. Ο χρόνος κύλησε, οι εποχές άλλαξαν, όμως για τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους, ο χρόνος σταμάτησε ακριβώς εκείνη τη στιγμή.
Η μητέρα της 23χρονης Ιφιγένειας, η Λίλιαν Μήτσκα, κουβαλά μέσα της έναν πόνο που δεν μετριέται με ημερολόγια. Μιλώντας δημόσια, με φωνή που έσπαγε από τη συγκίνηση, περιέγραψε την καθημερινότητα μιας μάνας που έμαθε να ζει με την απουσία. «Πέρασαν τρία χρόνια και κανείς δεν μπήκε φυλακή», είπε με μια φράση που έμοιαζε περισσότερο με κραυγή παρά με απλή διαπίστωση. Για εκείνη, οι αριθμοί δεν είναι στατιστική· είναι 57 ζωές, 57 οικογένειες, 57 κενές καρέκλες στα οικογενειακά τραπέζια.
Η Ιφιγένεια ήταν μόλις 23 ετών. Ένα κορίτσι με όνειρα, σχέδια και μια ζωή που άνοιγε μπροστά της. Από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα έσβησαν. Η μητέρα της θυμάται την αγωνία των πρώτων ωρών, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να μάθει τι έχει συμβεί, τα τηλεφωνήματα που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Θυμάται τις διαδρομές από υπηρεσία σε υπηρεσία, τα δείγματα που έδωσαν με την ελπίδα μιας αναγνώρισης, την αναμονή που έμοιαζε ατελείωτη. Η ελπίδα, λέει, είναι σκληρό πράγμα όταν κρατιέσαι από αυτήν χωρίς να ξέρεις αν υπάρχει φως στο τέλος.
«Στα Τέμπη καήκαν ψυχές», επαναλαμβάνει. Δεν είναι μόνο ο χαμός των ανθρώπων που τη στοιχειώνει, αλλά και ο τρόπος. Οι εικόνες, οι περιγραφές, όσα έμαθε αργότερα, έγιναν κομμάτι ενός εφιάλτη που επιστρέφει κάθε βράδυ. Μιλά για παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, για γονείς που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους, για ζωές που αλλοιώθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά. Κάθε λέξη της κουβαλά θυμό, απογοήτευση, αλλά και μια βαθιά ανάγκη για δικαίωση.
Η αίσθηση ατιμωρησίας είναι αυτό που τη βασανίζει περισσότερο. «Δεν έπρεπε κάποιος να λογοδοτήσει;» ρωτά. Για εκείνη, η απουσία ποινικών ευθυνών δεν είναι απλώς νομικό ζήτημα· είναι ηθικό. Θεωρεί αδιανόητο να έχουν περάσει τρία χρόνια χωρίς να έχει υπάρξει ξεκάθαρη απόδοση ευθυνών. Η φράση της «57 και κανείς φυλακή» συνοψίζει την οργή που νιώθει κάθε φορά που ξυπνά και συνειδητοποιεί ότι η ζωή συνεχίζεται για όλους, εκτός από τα παιδιά που χάθηκαν.
Δεν διστάζει να το πει ανοιχτά: θέλει 57 φορές ισόβια για όσους ευθύνονται. Θέλει, όπως λέει, να μπουν όλοι φυλακή, από τους άμεσα εμπλεκόμενους μέχρι όσους είχαν θεσμική ευθύνη. «Να αρχίζει από την κυβέρνηση, γραμματείς, όλοι αυτοί που έφαγαν, όλοι αυτοί που είναι υπεύθυνοι», τονίζει. Η δήλωσή της δεν είναι πολιτική τοποθέτηση, αλλά ξέσπασμα μιας μάνας που νιώθει ότι το παιδί της χάθηκε χωρίς να υπάρξει ουσιαστική συνέπεια.
Η ζωή της, όπως περιγράφει, έχει μετατραπεί σε μια καθημερινή δοκιμασία. «Η ζωή είναι κόλαση αυτά τα τρία χρόνια», λέει χωρίς περιστροφές. Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή του σπιτιού γίνεται αφόρητη. Στιγμές που περιμένει να ακούσει το κλειδί στην πόρτα, παρότι ξέρει πως αυτό δεν θα συμβεί ποτέ ξανά. Οι γιορτές, τα γενέθλια, οι μικρές χαρές της καθημερινότητας έχουν πλέον διαφορετικό βάρος. Όλα φιλτράρονται μέσα από την απώλεια.
Παρά τον πόνο, συνεχίζει να μιλά. Δεν θέλει η Ιφιγένεια να γίνει απλώς ένα όνομα σε μια λίστα. Θέλει να θυμίζει σε όλους ότι πίσω από τον αριθμό 57 υπάρχουν πρόσωπα, χαμόγελα, ιστορίες. Η δική της φωνή ενώνεται με εκείνες άλλων γονιών που ζητούν το ίδιο πράγμα: δικαιοσύνη. Όχι εκδίκηση, όπως διευκρινίζει, αλλά λογοδοσία.
Τρία χρόνια μετά, η πληγή παραμένει ανοιχτή. Για τη Λίλιαν Μήτσκα, η αναζήτηση απαντήσεων δεν είναι επιλογή, είναι ανάγκη. Μέχρι να υπάρξει, όπως λέει, ουσιαστική τιμωρία για όσους ευθύνονται, η ψυχή της δεν θα ησυχάσει. Και κάθε φορά που μιλά για την Ιφιγένεια, δεν μιλά μόνο ως μητέρα, αλλά ως φωνή όλων εκείνων που έμειναν πίσω, προσπαθώντας να ζήσουν με μια απουσία που δεν γεμίζει ποτέ.