Η σιωπή που απλώθηκε πάνω από την Κεφαλονιά εκείνο το μοιραίο πρωινό δεν έμοιαζε με καμία άλλη, καθώς η είδηση για τον χαμό της νεαρής Μυρτούς άρχισε να ψιθυρίζεται από στόμα σε στόμα, προκαλώντας ένα αβάσταχτο ρίγος στην τοπική κοινωνία. Όμως, πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων και τις ξερές αναφορές των αρχών, κρύβεται μια ανθρώπινη οδύνη που δεν μπορεί να χωρέσει σε λέξεις, η οδύνη μιας μητέρας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον απόλυτο εφιάλτη.
Η περιγραφή της στιγμής που η ίδια έμαθε την αλήθεια κόβει την ανάσα και φέρνει δάκρυα στα μάτια ακόμη και των πιο σκληρών. Όλα ξεκίνησαν σαν μια συνηθισμένη ημέρα, μέχρι που το τηλέφωνο χτύπησε και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής πάγωσε το αίμα της. Η μητέρα της Μυρτούς, με τρεμάμενη φωνή και την καρδιά κομμένη στα δύο, περιγράφει πώς οι λεπτομέρειες άρχισαν να ενώνονται σαν ένα μακάβριο παζλ. Δεν ήταν μόνο η πληροφορία της απώλειας, ήταν ο τρόπος που η πραγματικότητα εισέβαλε βίαια στην καθημερινότητά της, μετατρέποντας το σπίτι τους από καταφύγιο σε έναν χώρο γεμάτο απόηχους μιας ζωής που έσβησε πρόωρα.

Οι μνήμες της από εκείνα τα πρώτα λεπτά είναι θολές αλλά ταυτόχρονα βασανιστικά ζωντανές. Θυμάται το βλέμμα των ανθρώπων γύρω της, την αμηχανία των αστυνομικών και εκείνη την αποπνικτική αίσθηση ότι ο χρόνος σταμάτησε να κυλά. Η Μυρτώ, ένα κορίτσι γεμάτο όνειρα και φως, δεν ήταν πια εκεί για να της χαμογελάσει. Η μητέρα της ανακαλεί στη μνήμη της κάθε μικρή λεπτομέρεια της τελευταίας τους συνάντησης, κάθε λέξη που ανταλλάχθηκε, προσπαθώντας να κρατηθεί από κάτι απτό μέσα στον ωκεανό της θλίψης.
Η τοπική κοινωνία της Κεφαλονιάς παραμένει συγκλονισμένη, καθώς το δράμα αυτής της οικογένειας αντανακλά τον φόβο κάθε γονιού. Η ατμόσφαιρα στο νησί είναι βαριά, με τους γείτονες και τους φίλους να προσπαθούν να προσφέρουν μια αγκαλιά, αν και γνωρίζουν καλά πως τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει αυτόν τον πόνο. Οι περιγραφές της χαροκαμένης μάνας για το πώς αντίκρισε την αλήθεια κατά πρόσωπο αποτελούν μια υπενθύμιση της ευθραυστότητας της ζωής. Κάθε φράση της είναι ένα «γιατί» που μένει αναπάντητο, ένας λυγμός που αντηχεί στις πλαγιές του νησιού. Η ίδια στέκεται πλέον μπροστά σε ένα κενό που τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει, αναρωτώμενη πώς θα καταφέρει να αντικρίσει το αύριο χωρίς την παρουσία της κόρης της.
