Η απώλεια ήρθε σιωπηλά, αλλά άφησε πίσω της έναν εκκωφαντικό πόνο. Η Τόνια Σωτηροπούλου βιώνει μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της, καθώς ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό, αλλά και μια παρακαταθήκη αγάπης, μνήμης και εικόνων που δεν σβήνουν. Η ηθοποιός επέλεξε να μοιραστεί τον αποχαιρετισμό της δημόσια, όχι για να προκαλέσει συγκίνηση, αλλά γιατί κάποιες ιστορίες δεν χωρούν στη σιωπή.
Μέσα από λόγια απλά, σχεδόν ψιθυριστά, μίλησε για τον άνθρωπο που την μεγάλωσε, τη στήριξε και τη σημάδεψε. Τον περιέγραψε ως έναν τύπο γεμάτο ζωή, με χιούμορ που δεν εγκατέλειψε ποτέ, με μια αγάπη βαθιά για τη θάλασσα, τα λουλούδια, την οικογένειά του. Έναν πατέρα που αγκάλιαζε τους φίλους της σαν να ήταν δικοί του άνθρωποι, που λάτρευε τη σύζυγό του και τα παιδιά του με τρόπο αφοσιωμένο και ουσιαστικό.
Ανάμεσα στις αναμνήσεις, ξεχώρισε μια λεπτομέρεια που πάγωσε τον χρόνο. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, ο πατέρας της είχε επισκεφθεί φωτογράφο και είχε ετοιμάσει το πορτρέτο που θα χρησιμοποιούσαν κάποτε για τον τάφο του. Το έκανε τότε, όπως είχε πει, γιατί ένιωθε όμορφος, ζωντανός και ήθελε η εικόνα του να μείνει έτσι. Κυρίως όμως, δεν ήθελε να αφήσει πίσω του εκκρεμότητες και βάρη για τους ανθρώπους που αγαπούσε. Ήταν μια πράξη πρόνοιας, σχεδόν τρυφερή μέσα στη σκληρότητά της, που σήμερα αποκτά βαρύτητα δύσκολα περιγράψιμη.

Η Τόνια θυμάται ακόμη τη στιγμή που του ανακοίνωσε ότι θέλει να γίνει ηθοποιός. Εκείνος γέλασε, με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο, και της είπε πως περίμενε κάτι πιο «σοβαρό», όπως γιατρός ή δικηγόρος. Δεν την απέτρεψε όμως ποτέ. Αντίθετα, στάθηκε δίπλα της, με τρόπο διακριτικό αλλά σταθερό, αφήνοντάς την να χαράξει τον δρόμο της όπως εκείνη ήθελε.
Ιδιαίτερη θέση στην αφήγησή της έχουν οι μικρές, καθημερινές εικόνες. Ο πατέρας της να βγαίνει στο μπαλκόνι κάθε φορά που εκείνη έφευγε από το σπίτι, για να της πει αντίο. Όχι μία ή δύο φορές, αλλά πάντα. Ακόμη και όταν η υγεία του είχε αρχίσει να τον δυσκολεύει, ακόμη και όταν το σώμα δεν υπάκουε εύκολα. Κάθε φορά έβρισκε τη δύναμη να σηκωθεί, να σταθεί και να της χαρίσει εκείνο το τελευταίο βλέμμα αποχαιρετισμού. Μια συνήθεια που σήμερα μοιάζει με ιεροτελεστία μνήμης.

Η ημερομηνία του θανάτου του προσθέτει ένα ακόμη βάρος στην απώλεια. Έφυγε ανήμερα της ονομαστικής εορτής της κόρης του. Μια μέρα που άλλοτε ήταν συνδεδεμένη με ευχές και χαμόγελα, και που πλέον θα κουβαλά για πάντα μια διπλή σημασία. Η Τόνια δεν το κρύβει. Πονά, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται ότι θα συνεχίσει να γιορτάζει. Για εκείνον. Με εκείνον στη σκέψη της.
Στον αποχαιρετισμό της, δεν μιλά για τέλος. Μιλά για παρουσία. Για τον πατέρα της που θα βλέπει σε κάθε λουλούδι, σε κάθε άρωμα της φύσης, σε κάθε στιγμή που θα την κάνει να χαμογελάσει και να δακρύσει ταυτόχρονα. Μιλά για μια αγάπη που δεν τελειώνει με την απουσία, αλλά αλλάζει μορφή και γίνεται μνήμη, γίνεται δύναμη.

Η δημόσια αυτή εξομολόγηση άγγιξε βαθιά όσους τη διάβασαν. Όχι γιατί αφορά ένα γνωστό πρόσωπο, αλλά γιατί μιλά για κάτι καθολικό: τον δεσμό γονιού και παιδιού, τον αποχαιρετισμό που κανείς δεν είναι ποτέ έτοιμος να πει, και τις μικρές λεπτομέρειες που τελικά είναι εκείνες που μένουν για πάντα.