Οι δηλώσεις της μητέρας της μοναχής Φεβρωνίας προκαλούν για ακόμη μία φορά έντονη συγκίνηση και αντιδράσεις. Μιλά με λόγια βαριά, φορτισμένα από χρόνια σιωπής, πίκρας και ερωτημάτων που, όπως λέει, έμειναν αναπάντητα. Περιγράφει μια σχέση που σταδιακά διαλύθηκε, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς αποχαιρετισμούς, χωρίς εκείνη την ανθρώπινη επαφή που μια μητέρα θεωρεί αυτονόητη.
Όπως υποστηρίζει, εδώ και χρόνια δεν έχει καμία ουσιαστική επικοινωνία με την κόρη της. Δεν την έχει δει, δεν έχει δεχτεί τηλεφώνημα, δεν έχει μάθει από την ίδια τίποτα για τη ζωή της. Ακόμη και πληροφορίες που έφτασαν στα αυτιά της για ένα ταξίδι στην Κρήτη, τις έμαθε έμμεσα, χωρίς να γνωρίζει το γιατί ή το πώς. Τονίζει πως, αν επρόκειτο για επίσκεψη σε συγγενείς, θα το γνώριζε. Αυτό που τη βαραίνει περισσότερο, όπως λέει, είναι το αίσθημα ότι της ειπώθηκαν ψέματα. Δεν της ανακοινώθηκε ποτέ ξεκάθαρα η απόφαση να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, κάτι που θεωρεί βαθιά πληγή.

Αναφέρεται σε μια δεκαετία γεμάτη εσωτερικό πόνο, όπου προσπαθούσε καθημερινά να καταλάβει τι πήγε στραβά και γιατί η σχέση τους οδηγήθηκε σε αυτό το σημείο. Με τον καιρό, παραδέχεται πως κουράστηκε να παλεύει με τις σκέψεις της και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Δηλώνει πως πλέον αποδέχεται ότι η κόρη της είναι ενήλικη και ελεύθερη να κάνει τις επιλογές της. Ωστόσο, δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά της, επισημαίνοντας πως οι χριστιανικές αξίες μιλούν για τιμή προς τους γονείς – κάτι που, κατά την ίδια, δεν συνέβη, ειδικά με την απουσία της κόρης της από την κηδεία του πατέρα της.
Η μητέρα εκφράζει αμφιβολίες ακόμη και για το αν αναγνωρίζει πια το παιδί της. Μιλά για μια γυναίκα διαφορετική από εκείνη που μεγάλωσε, από εκείνο το ευγενικό και ήρεμο κορίτσι που ήξερε. Λέει πως από μικρή ήθελε η κόρη της να είναι προσεκτική στις επιλογές της, στους ανθρώπους που είχε δίπλα της, αλλά θεωρεί πως ποτέ δεν το έκανε όπως εκείνη θα ήθελε. Αυτό το παράπονο, όπως λέει, το κουβαλά πολλές μητέρες μέσα τους, ένα βάρος που δεν φεύγει εύκολα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει σε ένα τηλεφώνημα παραμονή Χριστουγέννων, ημέρα της γιορτής της. Αντί για ευχές, δέχτηκε – όπως περιγράφει – μια ψυχρή ανακοίνωση της απόφασης της κόρης της. Από εκείνη τη στιγμή, λέει, δεν ξαναγνώρισε τη χαρά της γιορτής. Δηλώνει ότι δεν κλαίει πια, πως έχει στερέψει συναισθηματικά, αλλά παραμένει γεμάτη απορίες.

Αδυνατεί να κατανοήσει την αλλαγή ονόματος και αμφισβητεί το πώς μπορεί να «καταργείται», όπως λέει, το μυστήριο της βάπτισης. Για εκείνη, το όνομα που έδωσε στο παιδί της είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του. Περιγράφει επίσης προσπάθειες επικοινωνίας που κατέληξαν σε απόρριψη και προσβολή, γεγονός που την πλήγωσε βαθιά. Σε μια ιδιαίτερα σκληρή εξομολόγηση, παραδέχεται πως αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, δεν θα έκανε τις ίδιες επιλογές στη ζωή της, καθώς νιώθει ότι όσα έζησε δεν της χάρισαν την ευτυχία που περίμενε.
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το ζήτημα του εξοχικού. Η μητέρα υποστηρίζει ότι η κόρη της τής ζήτησε να πουλήσει το ακίνητο, με σκοπό τα χρήματα να δοθούν σε ιερέα. Αυτό, όπως λέει, την εξόργισε και την πλήγωσε. Τονίζει πως η ίδια έκανε ό,τι μπορούσε, δεν φοβήθηκε, πάλεψε, προσπάθησε, αλλά από ένα σημείο και μετά κατάλαβε πως η απόφαση δεν ήταν δική της.
Κλείνοντας, επαναλαμβάνει πως βλέπει μπροστά της μια γυναίκα σχεδόν πενήντα ετών, όχι το παιδί που μεγάλωσε. Μια παρουσία που, όπως λέει, δεν αναγνωρίζει πια, αφήνοντας πίσω της μια μητέρα γεμάτη ερωτήματα, πίκρα και μια αίσθηση οριστικής απώλειας.