Ο Γιάννης Ζουγανέλης ανοίγει την καρδιά του και μιλά για μια πορεία που δεν χωρά σε έναν μόνο τίτλο. Συνθέτης, μουσικός, ηθοποιός και κωμικός, έχει διαγράψει μια πολυδιάστατη διαδρομή στην τέχνη, αρνούμενος να περιοριστεί σε μία μόνο ταυτότητα. Για εκείνον, η μουσική, ο λόγος, το θέατρο και η σάτιρα δεν είναι ξεχωριστά κεφάλαια, αλλά συγκοινωνούντα δοχεία που συνθέτουν έναν ενιαίο κόσμο έκφρασης. Δεν ξεχωρίζει κάποια ιδιότητα περισσότερο από τις άλλες· όλες αποτελούν κομμάτια της ίδιας του της ύπαρξης.
Όπως εξηγεί, όταν ένας άνθρωπος ισορροπεί ανάμεσα στον ήχο και τον λόγο, στη μουσική και τη λογοτεχνία, στο θέατρο που αποτελεί συγκερασμό όλων των τεχνών, δεν μπορεί να διαλέξει μόνο μία πλευρά. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρεί πως το κοινό συχνά επιθυμεί να τον τοποθετεί σε ένα συγκεκριμένο «κουτί», συνήθως αυτό της κωμικότητας. Ο ίδιος, όμως, αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί όλες του τις δημιουργικές εκφάνσεις. Τις αποκαλεί «παιδιά» του, γιατί καθεμία γεννήθηκε μέσα από εσωτερική ανάγκη, κόπο και αγάπη. Δεν πρόκειται για επαγγελματικές επιλογές με ψυχρό υπολογισμό, αλλά για βαθιές προσωπικές διαδρομές.

Η σχέση του με το τραγούδι ξεκίνησε από πολύ νωρίς, σχεδόν από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Από μικρό παιδί έπιασε στα χέρια του κιθάρα, πιάνο και άλλα όργανα, ανακαλύπτοντας μέσα από τους ήχους έναν τρόπο να επικοινωνεί με τον κόσμο. Οι φίλοι του τον παρότρυναν να γράψει, να δοκιμάσει να αποτυπώσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σε στίχους και μελωδίες. Έτσι άρχισε μια δημιουργική πορεία που μετρά περίπου χίλια τραγούδια. Για τον ίδιο, κάθε σύνθεση είναι προέκταση της σκέψης και του λόγου του, ένα αποτύπωμα της στιγμής και της εσωτερικής του αναζήτησης.
Ανάμεσα στα τραγούδια που ξεχώρισαν, υπάρχουν δημιουργίες που εξακολουθούν να συγκινούν και να τραγουδιούνται από νεότερες γενιές, ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν γράφτηκαν. Αυτό, όπως λέει, είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση για έναν δημιουργό: να βλέπει το έργο του να αποκτά διαχρονικότητα και να συναντά νέες ψυχές. Από νανουρίσματα μέχρι ροκ, η γκάμα του είναι ευρεία, γεγονός που αντικατοπτρίζει και τη δική του καλλιτεχνική φύση. Δεν περιορίζεται σε είδη και στεγανά· ακολουθεί τη διάθεση και την ανάγκη της στιγμής.
Σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του αποτέλεσε η περίοδος της μεγάλης έκρηξης του ελληνικού ροκ. Ήταν χρόνια έντονα, γεμάτα ζυμώσεις, παρέες, καλλιτεχνικές αναζητήσεις και μια αίσθηση ότι κάτι νέο γεννιέται. Θυμάται με συγκίνηση τον μέντορα του ελληνικού ροκ, Δημήτρη Πουλικάκο, τον οποίο γνώρισε στο ιστορικό «Κύτταρο». Τον περιγράφει ως έναν εξαιρετικό άνθρωπο, ποιητή με πολιτική σκέψη και ιδεολογία, που μιλούσε πολλές γλώσσες και διέθετε βαθιά καλλιέργεια. Εκεί, μέσα σε εκείνη την ατμόσφαιρα, ονειρεύτηκε πως θα ζήσει μια ζωή γεμάτη «χυμούς και οσμές», μια ζωή ποτισμένη με Ελλάδα και με ροκ διάθεση.
Την ίδια περίοδο, οι μουσικές σκηνές της Αθήνας έσφυζαν από δημιουργικότητα. Δίπλα του δραστηριοποιούνταν σημαντικοί καλλιτέχνες, συγκροτήματα και τραγουδοποιοί που διαμόρφωσαν τον ήχο μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν χρόνια συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών, όπου η μουσική δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά τρόπος ζωής και στάση απέναντι στην κοινωνία. Οι παρέες δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικές συνεργασίες, αλλά κοινότητες ανθρώπων που μοιράζονταν όνειρα, ανησυχίες και μια κοινή ανάγκη για έκφραση.

Για τον Γιάννη Ζουγανέλη, το ροκ δεν ήταν αποκομμένο από τις υπόλοιπες μορφές τέχνης. Αντιθέτως, συνυπήρχε με το θέατρο, τη σάτιρα, το τραγούδι, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Παράλληλα, δεν παραλείπει να τονίσει ότι η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς μουσικούς κάθε είδους. Από κιθαρίστες και πιανίστες μέχρι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, οι Έλληνες καλλιτέχνες, όπως υποστηρίζει, έχουν την ικανότητα να παίζουν τα πάντα με υψηλό επίπεδο και πάθος.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπει απλώς μια σειρά από επιτυχίες ή συνεργασίες, αλλά μια διαδρομή γεμάτη εμπειρίες και αλήθειες. Η τέχνη, για εκείνον, είναι τρόπος να αφηγείται τη ζωή, να σχολιάζει την πραγματικότητα και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Είτε μέσα από ένα τραγούδι, είτε από μια θεατρική παράσταση, είτε από μια σατιρική παρέμβαση, επιδιώκει πάντα να αγγίξει τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η πολυδιάστατη πορεία του δεν είναι αποτέλεσμα στρατηγικής, αλλά εσωτερικής ανάγκης. Και ίσως αυτή ακριβώς η αυθεντικότητα να είναι που τον κρατά ενεργό και δημιουργικό όλα αυτά τα χρόνια. Για τον ίδιο, όλες οι τέχνες είναι παιδιά του· και όπως κάθε γονιός, τις φροντίζει με αφοσίωση, υπερασπίζεται την αξία τους και συνεχίζει να τις εξελίσσει, παραμένοντας πιστός στην αλήθεια του.