Η μητέρα της άτυχης Μυρτούς, σε μια κατάθεση ψυχής που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο, λύγισε μπροστά στις κάμερες, αποκαλύπτοντας πτυχές της καθημερινότητας με την κόρη της που προκαλούν βαθιά θλίψη. Η γυναίκα που στέκεται όλο αυτό το διάστημα ως βράχος δίπλα στο παιδί της, ξέσπασε μιλώντας για τις στιγμές που η κόρη της ζητούσε την υποστήριξή της για πράγματα που σε κάθε άλλη περίπτωση θα φάνταζαν απλά και καθημερινά. Με τρεμάμενη φωνή, αναρωτήθηκε φωναχτά για τις επιλογές του παρελθόντος, φέρνοντας στο φως λεπτομέρειες που δείχνουν το μέγεθος της αγάπης αλλά και της αγωνίας μιας μάνας.
«Εγώ της έδινα χρήματα για τα μαλλιά της, για τα χείλη της…», είπε χαρακτηριστικά, ξεσπώντας σε λυγμούς, καθώς προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς η ζωή τους άλλαξε τόσο βίαια και απρόσμενα. Η αναφορά της σε αυτές τις μικρές προσωπικές επιθυμίες της Μυρτούς δείχνει μια νεαρή κοπέλα που, όπως κάθε συνομήλική της, ήθελε να νιώθει όμορφη και περιποιημένη. Η μητέρα της, θέλοντας να της προσφέρει κάθε δυνατή χαρά, δεν της χαλούσε χατίρι, πιστεύοντας πως έτσι την βοηθά να νιώσει καλύτερα με τον εαυτό της. Τώρα όμως, το «γιατί» επιστρέφει βασανιστικά, καθώς η πραγματικότητα που βιώνουν είναι τελείως διαφορετική από εκείνα τα όνειρα ομορφιάς και νεότητας.

Η συναισθηματική φόρτιση στην ατμόσφαιρα ήταν διάχυτη, καθώς η μητέρα περιέγραφε τις θυσίες που έκανε για να μην λείψει τίποτα από την κόρη της. Κάθε ευρώ που πήγαινε στην περιποίηση της Μυρτούς ήταν μια κίνηση στοργής, μια προσπάθεια να δει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η εικόνα της Μυρτούς να ετοιμάζεται, να προσέχει την εμφάνισή της και να ονειρεύεται το μέλλον, έρχεται σε τραγική αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε όσους παρακολουθούν αυτόν τον ατελείωτο Γολγοθά. Η μάνα αναρωτιέται αν αυτές οι μικρές υλικές χαρές είχαν τελικά σημασία μπροστά στο μέγεθος της τραγωδίας που ακολούθησε.
Στο πλευρό της βρίσκονται άνθρωποι που αναγνωρίζουν τον αγώνα της, όμως οι δικές της εσωτερικές συγκρούσεις είναι αυτές που την καταβάλλουν. Η αποκάλυψη για τα χρήματα που προορίζονταν για την αισθητική βελτίωση της κόρης της είναι μια ωμή παραδοχή της ανθρώπινης ανάγκης για μια κανονικότητα που πλέον φαντάζει μακρινή. Η Μυρτώ, μέσα από τα μάτια της μητέρας της, παραμένει το κορίτσι που ήθελε να λάμπει, και αυτή η ανάμνηση είναι που πονάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Οι λέξεις της μητέρας «γιατί, γιατί;» αντηχούν ως μια κραυγή απόγνωσης που ζητά απαντήσεις από τη μοίρα.

Οι επόμενες μέρες για την οικογένεια παραμένουν δύσκολες, με τις μνήμες να επιστρέφουν συνεχώς και να θυμίζουν όλα όσα χάθηκαν. Η μητέρα της Μυρτούς, παρά τον πόνο της, συνεχίζει να μιλά για το παιδί της με μια τρυφερότητα που συγκλονίζει, κρατώντας ζωντανή την εικόνα της κόρης της όπως εκείνη την ήξερε καλύτερα από τον καθένα. Αυτή η σπαρακτική εξομολόγηση για τα μαλλιά και τα χείλη είναι το σύμβολο μιας χαμένης αθωότητας, μιας εποχής που τα προβλήματα ήταν μικρά και η ελπίδα για το αύριο ήταν το μοναδικό καύσιμο για να συνεχίζουν.